![]()
Οι δύο από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές μνήμης στον κόσμο, η Samsung Electronics και η SK Hynix, εξέφρασαν πρόσφατα ανησυχίες για μια σοβαρή έλλειψη σε μνήμη DRAM και άλλα βασικά chips που χρησιμοποιούνται σε υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα, εξαιτίας της τεράστιας ζήτησης για hardware που «τρέχει» υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Καθώς οι εταιρείες προσανατολίζουν όλο και περισσότερους πόρους στην παραγωγή υψηλής απόδοσης μνήμης για AI servers, η ποσότητα των chips που παραμένει διαθέσιμη για παραδοσιακές ηλεκτρονικές συσκευές — όπως laptops, desktop PCs και smartphones — μειώνεται, με τη ζήτηση να ξεπερνά την προσφορά. Αυτή η μετατόπιση αντανακλά έναν μεγάλο μετασχηματισμό στη βιομηχανία ημιαγωγών, καθώς η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει δραματικά τη ζήτηση για εξειδικευμένους επεξεργαστές και μνήμη.
Το πρόβλημα της τσιπ-έλλειψης επηρεάζει την τεχνολογία που χρησιμοποιούμε καθημερινά
Οι Samsung και SK Hynix προειδοποιούν ότι αυτό το «στενό» εύρος τσιπ δεν είναι απλώς μια προσωρινή διαταραχή. Λόγω του AI boom, δηλαδή της μεγάλη αύξησης στη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ που απαιτούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, προτεραιότητα στην παραγωγή δίνεται πλέον σε chips για data centers και υψηλής απόδοσης υποδομές, έναν τομέα που αποφέρει υψηλότερα κέρδη και μεγαλύτερη ζήτηση.
Αυτή η μετατόπιση προς chips για AI έχει ως συνέπεια την περιορισμένη διαθεσιμότητα DRAM μνήμης που χρησιμοποιείται σε καθημερινές συσκευές, με αποτέλεσμα οι PC και smartphone κατασκευαστές — ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και η Apple — να δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες μνημών για τα προϊόντα τους. Οι εταιρείες αναφέρουν ότι ορισμένοι πελάτες προσαρμόζουν τον αριθμό των παραγγελιών ή ακόμη και τις προδιαγραφές των προϊόντων τους για να αντιμετωπίσουν τις αυξανόμενες τιμές και την έλλειψη.
Η έλλειψη μνήμης φαίνεται να έχει ήδη επηρεάσει τις προβλέψεις για την αγορά: αναλυτές προβλέπουν πτώση στις παγκόσμιες πωλήσεις smartphones και PCs το 2026, αντί για την ανάπτυξη που είχε καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια — ένα σημάδι ότι οι αυξημένες τιμές των chips μπορεί να περνούν στους καταναλωτές με υψηλότερο κόστος ή καθυστερήσεις παραγωγής.
Πίσω από αυτά τα ζητήματα βρίσκεται ένα δομικό φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί από εμπειρογνώμονες: η παγκόσμια κρίση μνήμης που ξεκίνησε το 2024 συνεχίζεται και το 2026, με υψηλές τιμές και περιορισμένη προσφορά τόσο σε DRAM όσο και σε άλλα memory chips — αποτέλεσμα της μετατόπισης της παραγωγής προς τεχνολογίες high-end που απαιτούν οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, ενώ οι παραδοσιακές συσκευές βλέπουν την πρόσβαση σε chips να «σφιχταίνει».
Τι σημαίνει πρακτικά για την αγορά και τελικούς χρήστες
Για τους καταναλωτές, αυτή η πίεση στην προσφορά μπορεί να σημαίνει υψηλότερες τιμές σε PCs και smartphones, πιο «σφιχτές» προδιαγραφές ή καθυστερήσεις στην κυκλοφορία νέων μοντέλων. Για παράδειγμα, οι κατασκευαστές μπορεί να επιλέξουν να τοποθετούν λιγότερη μνήμη σε ορισμένα μοντέλα για να διατηρήσουν τις τιμές σε ανταγωνιστικά επίπεδα ή να καθυστερήσουν αναβαθμίσεις μέχρι να εξομαλυνθεί η τροφοδοσία.
Ταυτόχρονα, οι κολοσσοί της βιομηχανίας όπως η SK Hynix ελέγχουν πλέον πάνω από το 60% της αγοράς μνήμης υψηλής απόδοσης, ιδίως για chips που χρειάζονται οι servers μεγάλων AI μοντέλων, ενώ η Samsung επιχειρεί να αυξήσει το μερίδιό της σε αυτές τις πιο κερδοφόρες κατηγορίες. Αυτή η στρατηγική ενισχύει τη θέση τους στην ανάπτυξη AI αλλά στερεί πόρους από τον παραδοσιακό χώρο των ηλεκτρονικών συσκευών.
Ενώ η βιομηχανία διερευνά τρόπους να αυξήσει την παραγωγική ικανότητα και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα — όπως εγκαταστάσεις παραγωγής νέας γενιάς chips που ανακοινώνονται σε Ασία και αλλού — η τρέχουσα κατάσταση δείχνει ότι η πίεση στην αλυσίδα εφοδιασμού των chips θα συνεχιστεί τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 2026 και πιθανότατα μέχρι το 2027.








